ΟΠΛΙΤΙΚΗ ΦΑΛΑΓΓΑ
Απ’ την ισοτιμία
των οπλιτών της φάλαγγας, που ήταν
αποτέλεσμα του τρόπου λειτουργίας της, προέκυψε
και η απαίτηση για ίση συμμετοχή στη
λήψη των πολιτικών αποφάσεων.
«Κατ’ αρχάς ένας παράγοντας που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο ήταν ο
στρατιωτικός παράγοντας. Η νεοσχηματιζόμενη πόλη, όπως την ορίσαμε πιο πάνω, αποτελείτο από μία αριστοκρατία πολεμιστών που
κατείχαν άλογα και όπλα και εξασφάλιζαν την κοινή άμυνα. Όμως, με την ανάπτυξη
των πόλεων, η ανάγκη κάθε πόλης να υπερασπίζεται τα
εδάφη της από τις καταπατήσεις των γειτονικών πόλεων οδήγησε στη διεύρυνση της
ιδιότητας του πολεμιστή.
Η ιδιότητα αυτή
χαρακτήριζε όλους εκείνους που ήταν σε θέση να προμηθευτούν πανοπλία, δηλαδή
τον βαρύ εξοπλισμό του οπλίτη. Έτσι, αναφέρεται συχνά ο όρος «επανάσταση των οπλιτών», όπου οι άτακτες μάχες
και οι ηρωικές μονομαχίες των επών αντικαταστάθηκαν από τον σχηματισμό σε φάλαγγα, στην οποία όλοι οι μαχόμενοι παρατάσσονταν σε γραμμές και σχημάτιζαν μια
συμπαγή μάζα πίσω από την προστασία της περίφημης στρογγυλής ασπίδας που
κρατούσαν στο αριστερό χέρι. Και μάλιστα, περισσότερο και από τη δημιουργία της
φάλαγγας, αυτό που είχε σημαντικές συνέπειες ήταν το άνοιγμά της σε όλο και
μεγαλύτερο αριθμό μαχητών. Διότι μέσα στη φάλαγγα κανένας από τους
μαχητές δεν ήταν αναντικατάστατος, ήταν συνεπώς όλοι ίσοι, και η νίκη
συνεπαγόταν ίση κατανομή των λαφύρων, είτε επρόκειτο για όπλα, ζώα ή γαίες.
Η διεύρυνση των στοίχων της φάλαγγας συνέβαλε στην ανάπτυξη της ιδέας της
ισότητας. Και από την ισότητα στη διανομή των λαφύρων κατέστη δυνατό το
πέρασμα στην ισότητα κατά τη διανομή της πολιτικής εξουσίας. Είναι ευνόητο ότι τα
πράγματα δεν εξελίχθηκαν τόσο απλά ούτε και με τον ίδιο τρόπο παντού. Στη Σπάρτη,
για παράδειγμα, η ιδιότητα του πολίτη ταυτίζεται από πολύ νωρίς με την πολεμική
ιδιότητα, καθώς οι Σπαρτιάτες ήταν κατ' αρχήν και πάνω απ' όλα στρατιώτες,
εφόσον η υποδούλωση των ειλώτων τούς εξασφάλιζε πλήρη οικονομική ανεξαρτησία.
Αλλού, μόνο εκείνοι που μπορούσαν να αποκτήσουν τον εξοπλισμό του οπλίτη είχαν
τη δυνατότητα να συμμετέχουν στις συνελεύσεις, και ο δήμος ταυτιζόταν με τους ένοπλους πολίτες. Αυτό τουλάχιστον αφήνει να εννοηθεί ο
φιλόσοφος Αριστοτέλης, που θεωρούσε αυτή την «πόλη των οπλιτών» ως την καλύτερη δυνατή».
ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ
Το
χρήμα χρησιμοποιείται σε όλες τις εποχές προς όλες τις κατευθύνσεις και για
όλους τους σκοπούς. Η απόκτησή του υπήρξε εδώ και πολλούς αιώνες μία από τις
κύριες επιδιώξεις των ανθρώπων. Τα νομίσματα αποτελούν μια βασική μονάδα μέτρησης του χρήματος. Τα
νομίσματα άλλαξαν, μεταβλήθηκαν, προσαρμόστηκαν στις εκάστοτε αλλαγές που
προκάλεσαν ή προκλήθηκαν από διαφορετικές αιτίες παρακολουθώντας κοινωνικές,
οικονομικές και ιστορικές συνθήκες.
Τα πρώτα νομίσματα κατασκευάστηκαν στη Μ. Ασία από ήλεκτρο, κράμα χρυσού
και αργύρου, στα τέλη του 7ου π.Χ. αιώνα. Το πολύτιμο μέταλλο έδινε την αξία,
το μικρό σχήμα το έκανε εύκολο στη μεταφορά, το σύμβολο της κάθε εκδίδουσας
αρχής, που προστέθηκε αργότερα, έδινε την εγγύηση για το βάρος και την
αυθεντικότητά του.
Οι ελληνικές πόλεις διέδωσαν την χρήση του νομίσματος από την Ισπανία
μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα. Χρησιμοποίησαν
τα σύμβολά τους, ήρωες, θεούς, ζώα, φυτά κ.λπ., για
να σηματοδοτήσουν τα νομίσματα. Έκοψαν νομίσματα κυρίως σε άργυρο, καθώς αυτό
ήταν το πολύτιμο μέταλλο στο οποίο είχαν ευκολότερη πρόσβαση. Στα τέλη του 5ου
και κυρίως τον 4ο π.Χ. αιώνα κυκλοφόρησαν και χάλκινα νομίσματα για τις μικρές καθημερινές συναλλαγές.
Ο βασιλιάς Φίλιππος Β” διέδωσε τη χρήση των χρυσών νομισμάτων, καθώς είχε
πρόσβαση στα μεταλλεία χρυσού του Παγγαίου. Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου Γ”
άρχισαν να απεικονίζονται ηγεμόνες και βασιλείς της κάθε περιοχής στα
νομίσματα. Η παράσταση του ηγεμόνα αυτοκράτορα γίνεται το βασικό θέμα της
εικονογραφίας στα ρωμαϊκά αυτοκρατορικά νομίσματα από τον 1ο π.Χ. έως τον 4ο
μ.Χ. αιώνα.
Τα ρωμαϊκά νομίσματα διαδόθηκαν σε όλο το γνωστό κόσμο και κόπηκαν σε
χρυσό, άργυρο και χαλκό. Στα βυζαντινά
νομίσματα εκτός από τον αυτοκράτορα προστέθηκε και
η απεικόνιση του θείου, ο Χριστός, το χέρι του Θεού, η Θεοτόκος, χριστιανικά
σύμβολα, έγιναν παραστάσεις στην κύρια όψη του νομίσματος. Ένας Θεός και ένας
αυτοκράτορας, η αντίληψη του βυζαντινού για τον κόσμο απεικονίστηκαν στα νομίσματα.
Ο βυζαντινός χρυσός σόλιδος επικράτησε από τον 4ο έως τον 11ο αιώνα στην περιοχή
της Ανατολικής Μεσογείου και πολύ πέρα απ” αυτήν. Στη Δυτική Ευρώπη, νομίσματα
χρυσά ακολούθησαν τα πρότυπα των ρωμαϊκών και βυζαντινών νομισμάτων. Από το 13ο
έως και το 15ο αιώνα, το βενετσιάνικο
νόμισμα θα επικρατήσει σ” αυτήν την περιοχή.
Στην Ευρώπη, τα χρυσά
φιορίνια της Φλωρεντίας θα αποτελέσουν τη βάση
των εμπορικών συναλλαγών στη διάρκεια του 14ου αιώνα.
Από
το 15ο αιώνα στο Νέο Κόσμο που διαμορφώνεται με τις ανακαλύψεις, τα νέα κοιτάσματα
και την άνθηση του εμπορίου εκδίδονται αργυρά και αργότερα χρυσά μεγάλα
νομίσματα τα οποία θα κατακλύσουν τον κόσμο. Ισπανικά και αργότερα αυστροουγγρικά τάληρα θα κατακτήσουν τις αγορές και οι άλλες περιφερειακές
δυνάμεις θα αναγκαστούν να προσαρμοστούν στο σύστημα του ταλήρου.
Μετά
τη γαλλική
επανάσταση καθιερώθηκε πρώτα στη Γαλλία και στη
συνέχεια σε μεγάλο μέρος του κόσμου το δεκαδικό σύστημα. Από το 19ο αιώνα
διαδίδεταιη
χρήση των χαρτονομισμάτων. Σταματά η σχέση του νομίσματος με το πολύτιμο μέταλλο
από το οποίο είναι κατασκευασμένο. Η κυκλοφορία των χαρτονομισμάτων ήταν μέχρι
πρόσφατα εξαρτημένη από την επάρκεια χρυσού. Το τέλος αυτής της αντιστοιχίας σε
πολύτιμο μέταλλο, είχε ως αποτέλεσμα να αλλάξει η διεθνής οικονομία, και να
σηματοδοτήσει την παγκόσμια κυριαρχία του άυλου χρήματος.
Πριν από το νόμισμα
Πριν
από το νόμισμα, η ανταλλαγή
προϊόντων, ο αντιπραγματισμός, υπήρξε η πιο
διαδεδομένη πρακτική εξασφάλισης των βασικών αναγκών των ανθρώπων. Ο
αντιπραγματισμός είναι πολύ παλιός και με κάποια έννοια, μερικά στοιχεία του
μοιάζουν να υπάρχουν και μέσα στη φύση, στα φυτά, έντομα και ζώα όπου
ανταλλάσσονται υπηρεσίες και πόροι για την εξασφάλιση της επιβίωσης των ειδών
και τη διατήρηση της ισορροπίας του περιβάλλοντος.
Οι συναλλαγές σε είδος διευκόλυναν τις πρώτες κοινωνίες των ανθρώπων στην
επιβίωσή τους. Γεωργικά προϊόντα διατροφής, δέρματα, ζώα, κοχύλια ήταν τα
αποδεκτά μέσα συναλλαγής. Το πιο πολύτιμο ήταν το πιο σπάνιο. Ανάλογα με την
αφθονία, τη χρησιμότητα και το ρόλο του κάθε προϊόντος σε κάθε κοινωνία
προσδιοριζόταν και η τιμή του. Με την εγκατάσταση του ανθρώπου σε μόνιμη
κατοικία, η οικονομία έγινε γεωργοκτηνοτροφική. Ως μέσο συναλλαγής χρησιμοποιήθηκαν κυρίως τα ζώα.
Στην Ιλιάδα τα χάλκινα όπλα του Διομήδη αναφέρονται ως εννεάβοια
(αξίζουν 9 βόδια) ενώ τα χρυσά του Γλαύκου εκατόμβοια.
Ο πλούσιος λεγόταν πολυβούτης (που
διαθέτει πολλά βόδια), ο ακτήμωναβούτης. Ακόμα και σήμερα, αυτό αποτυπώνεται σε
πολλές γλώσσες του κόσμου. Λατινικά caput σημαίνει
κεφαλή βοσκήματος και από κει προέρχεται ηλέξη κεφάλαιο (capital) και καπιταλισμός. Pecus σημαίνει
τα θρέμματα, τα βοσκήματα και από κει προέρχεται ο όρος pecunia (περιουσία,
χρήματα).
Τον τρόπο αυτών των συναλλαγών που δεν μπορούμε να τον ανιχνεύσουμε
με ασφάλεια στις προϊστορικές κοινωνίες, μπορούμε να τον παρακολουθηθούμε
καλύτερα σε κοινωνίες νεώτερες όπως της Αφρικής, της Ωκεανίας κ.λπ. όπου μέχρι
πρόσφατα ήταν σε χρήση.
Στις σύγχρονες κοινωνίες το φαινόμενο επανεμφανίζεται, όταν διαμορφώνονται
ειδικές συνθήκες, όπως στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου οι ανταλλαγές με τσιγάρα και λάδι. Επίσης
παρουσιάζονται σε μικρή κλίμακα, ανταλλαγές αντικειμένων και αγαθών, μέσω των
αγγελιών στις εφημερίδες και στο διαδίκτυο οι οποίες καθιστούν τη ζωή των
πολιτών ευκολότερη.
Με
την ανακάλυψη και
τη διάδοση των μετάλλων, ένα νέο μέσο
συναλλαγής προστέθηκε παράλληλα με τα ζώα. Η χρήση του μετάλλου στις εμπορικές
συναλλαγές μαρτυρείται από τα τέλη της 3ης χιλιετίας π.Χ. στη Μεσοποταμία.Επιγραφές αναφέρουν
νόμους, πληρωμές, συμβόλαια τα οποία πραγματοποιούνταν με βάση ζυγισμένο
άργυρο, μερικές φορές σε συνδυασμό με κριθάρι ή άλλα σιτηρά. Καθώς πρόκειται
για τις πρώτες γραπτές πηγές που έχουμε, συνδέεται έτσι και η γραφή με την
καταμέτρηση των αγαθών και των εμπορικών συναλλαγών.
Με
την πάροδο του χρόνου, το μέταλλο επικράτησε στις συναλλαγές και σε άλλες περιοχές. Στην
Αίγυπτο, στο τέλος της 2ης χιλιετίας αναφέρονται μέταλλα ζυγισμένα με σταθερά σταθμά
για τον υπολογισμό της αξίας μιας ομάδας προϊόντων. Και εδώ ήταν δυνατόν οι
πληρωμές να υπολογιστούν
σε χαλκό (1 ντέμπεν =91 γρ.) και να πραγματοποιηθούν
ή σε χαλκό ή σε συνδυασμό με άλλα προϊόντα.
Αν
και η Αίγυπτος δε διέθετε άργυρο, ήταν δυνατόν να γίνουν αγορές και
με πολύτιμα μέταλλα όπως χρυσό και άργυρο. Έχουν βρεθεί θησαυροί με ράβδους, δαχτυλίδια, σύρμα κ.λπ. από αυτά τα
πολύτιμα μέταλλα.
Τα μέταλλα,
άργυρος, χρυσός, αλλά και σίδηρος και χαλκός, χρησιμοποιήθηκαν σε κομμάτια
ακατέργαστα, σε ράβδους, ορθογώνια σχήματα, με τη μορφή λεπτού σύρματος ή ακόμα
και ολόκληρα μεταλλικά χρηστικά αντικείμενα, όπως τρίποδες, λέβητες, πελέκεις: σκεύη – νομίσματα όπως τα ονόμασε ο Γάλλος ιστορικός και νομισματολόγος
Theodore Reinach.
Οι
ιδιότητες του μετάλλου κάλυπταν βασικές αδυναμίες του προηγούμενου συστήματος
ανταλλαγής προϊόντων. Τα μέταλλα ήταν ανθεκτικότερα, λιγότερο ογκώδη,
διαιρούνταν σε κομμάτια μικρότερης αξίας, μεταφέρονταν πιο εύκολα και δεν
φθείρονταν. Η
αξία τους ήταν ανάλογη με το βάρος τους και
υπολογιζόταν με το ζύγισμα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου