Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014

ΓΕΝΕΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗ-ΚΡΑΤΟΥΣ

ΠΟΛΗ-ΚΡΑΤΟΣ 

ΓΕΝΕΣΗ-ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ 

   Η πόλη-κράτος εμφανίζεται τον 8π.Χ. αιώνα. 

Αντικαθιστά το φυλετικό κράτος και δημιουργείται από τη διάσπαση των φύλων σε μικρότερα τμήματα. Αυτά με την μόνιμη εγκατάσταση τους σε μια συγκεκριμένη περιοχή αποκτούν κοινά συμφέροντα και αυτονομούνται από το υπόλοιπο φύλο. Πρώτο στάδιο για τη δημιουργία της πόλης είναι ο συνοικισμός και πυρήνας της πόλης είναι η ακρόπολη και το ιερό της πολιούχου θεότητας. Η πόλη διακρίνεται σε δύο μέρη: στο άστυ και στη χώρα . Το άστυ κτίζεται γύρω από την ακρόπολη και το ιερό και σ’ αυτό βρίσκονται τα δημόσια κτίρια (Βουλή, Πρυτανείο, Αγορά, Γυμνάσιο) και οι κατοικίες των αρχόντων, των εμπόρων και των βιοτεχνιών. Είναι η έδρα της εξουσίας και ο χώρος συγκέντρωσης των πολιτών όταν χρειάζεται να λάβουν πολιτικές αποφάσεις. Τείχη περιβάλλουν την ακρόπολη και το άστυ, γύρω από το οποίο υπάρχει η χώρα με τις αγροτικές της εκτάσεις και τα χωριά, στα οποία κατοικεί ο αγροτικός πληθυσμός που εξασφαλίζει στην πόλη τα αναγκαία αγροτικά προϊόντα. 
Χαρακτηριστικό συστατικό της πόλης είναι το πολίτευμα της, που καθορίζει το ποιοι πολίτες μπορούν να λάβουν μέρος στη λήψη αποφάσεων. Ο καθορισμός του πολιτεύματος προκάλεσε έντονους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες σε κάθε πόλη. Η ελληνική πόλη-κράτος γνώρισε τέσσερα πολιτεύματα : την αριστοκρατία , την ολιγαρχία , την τυραννίακαι τη δημοκρατία .
Με την εμφάνιση της πόλης η βασιλεία έχει καταργηθεί και η εξουσία έχει περάσει στα χέρια των ευγενών. Αυτοί επωφελούνται από τις νέες οικονομικές συνθήκες του 8ουπ.Χ. αιώνα, κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος των γαιών και επενδύουν τα κέρδη τους στο εμπόριο. Με την οικονομική τους ισχύ κατάργησαν τη βασιλεία και επέβαλαν το πολίτευμα της αριστοκρατίας.
Η κατοχή του μεγαλύτερου μέρους της αγροτικής γης από λίγους ευγενείς σε συνδυασμό με τη συνεχόμενη από τον 8οπ.Χ. αιώνα και μετά δημογραφική άνοδο, δημιουργεί έντονες κοινωνικές αντιπαραθέσεις. Οι γαίες δεν επαρκούν για τη συντήρηση του πληθυσμού της πόλης και δημιουργείται το πρόβλημα της «στενοχωρίας», της έλλειψης δηλαδή επαρκούς γης για καλλιέργεια. Οι μικροκαλλιεργητές λόγω των κακών σοδιών αναγκάζονταν είτε να πουλήσουν τη γη τους στους πλούσιους ευγενείς και να δουλεύουν στα κτήματα τους είτε να δανείζονται. Στη συνέχεια επειδή αδυνατούσαν να πληρώσουν τα χρέη τους, γινόντουσαν δούλοι . Το μεγάλο πρόβλημα της «στενοχωρίας» οι πόλεις προσπάθησαν να επιλύσουν είτε με τον αποικισμό είτε με τον πόλεμο για την κατάκτηση νέων εδαφών.
Στις πολεμικές συγκρούσεις κυριαρχούσε το ιππικό και μόνο οι ευγενείς είχαν την οικονομική δυνατότητα να εκτρέφουν και να χρησιμοποιούν άλογα. Επειδή όμως ήταν λίγοι αριθμητικά και δεν επαρκούσαν για τις ανάγκες των πολέμων, δημιουργείται ένα νέο στρατιωτικό σώμα πεζών οπλιτών, η οπλιτική φάλαγγα . Σ’ αυτή συμμετέχουν όσοι πολίτες μπορούν να φέρουν όπλα με δική τους δαπάνη, καθώς και πολίτες από άλλα κοινωνικά στρώματα που απόκτησαν περιουσία από το εμπόριο, τη βιοτεχνία, τη ναυτιλία. Αυτοί οι οπλίτες-πολίτες θα αγωνιστούν για την πόλη τους και θα αξιώσουν για τους εαυτούς τους πλήρη πολιτικά δικαιώματα . Τον 7ο και 6οπ.Χ. αιώνα θα επικρατήσει το πολίτευμα της ολιγαρχίας και το πολιτικό σώμα θα διευρυνθεί. Στην εξουσία μετέχουν εκτός από τους ευγενείς και άλλοι πολίτες, ανάλογα με την περιουσιακή τους κατάσταση. `Ετσι η ολιγαρχία καλείται και τιμοκρατία (τίμημα = η υπολογιζόμενη αξία της περιουσίας ενός πολίτη).
Τα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα της εποχής προσπάθησαν να λύσουν οι νομοθέτες . Με σκοπό την αποφυγή αυθαιρεσιών από τους ευγενείς, οι νομοθέτες κατέγραφαν τους προϋπάρχοντες νόμους και θέσπιζαν νέους δικαιότερους, οι οποίοι θα εξομάλυναν τις κοινωνικές αντιθέσεις και θα έφερναν πολιτική και κοινωνική ηρεμία στις πόλεις. Ορισμένοι νομοθέτες δημιούργησαν και πολιτεύματα, όπως ο Λυκούργος στη Σπάρτη και ο Σόλωνας στην Αθήνα, δημιουργοί του τιμοκρατικού πολιτεύματος.
Η άρνηση για αναδασμό της γης και δικαιότερη κατανομή του πλούτου εντείνει τη δυσαρέσκεια των πολιτών και ορισμένοι από αυτούς με τη βοήθεια στρατιωτικών σωμάτων καταλύουν πραξικοπηματικά το πολίτευμα και επιβάλλουν την τυραννία . Κύριο μέλημα των τυράννων ήταν η εξασφάλιση της εξουσίας και ο προσωπικός τους πλουτισμός ενώ αδιαφορούσαν για την επίλυση των προβλημάτων του δήμου.
Εξεγέρσεις του δήμου και των ευγενών καταλύουν τα τυραννικά πολιτεύματα κατά τα τέλη του 6ουπ.Χ. αιώνα και επαναφέρουν την ολιγαρχία ή προχωρούν στην εγκαθίδρυση δημοκρατικού πολιτεύματος. Στο δημοκρατικό πολίτευμα την εξουσία ασκεί η εκκλησία του δήμου , η συνέλευση δηλαδή όλων των ενήλικων πολιτών ανεξαρτήτως καταγωγής και κοινωνικής θέσης. Κύρια στοιχεία του δημοκρατικού πολιτεύματος είναι η ισηγορία και η ισονομία, η δυνατότητα δηλαδή του κάθε πολίτη να λαμβάνει το λόγο και να εκφράζει τις απόψεις του κατά τη διάρκεια των συνελεύσεων της εκκλησίας του δήμου. Με την ισονομία οι πολίτες είναι ίσοι απέναντι στο νόμο και συμμετέχουν ενεργά στην επεξεργασία και ψήφιση των νόμων που τους αφορούν. Οι γυναίκες δεν συμπεριλαμβάνονται στους ενεργούς πολίτες και οι δούλοι δεν έχουν κανένα πολιτικό ή κοινωνικό δικαίωμα.
Κάθε πόλη-κράτος είναι ένας αυτόνομος πολιτικός οργανισμός και η επιβίωση και η ανάπτυξη του εξαρτάται από την ελευθερία , την αυτονομία και την αυτάρκεια . `Ετσι η πόλη-κράτος πρέπει να είναι ελεύθερη και ανεξάρτητη από άλλες πόλεις-κράτη, να αποβλέπει στη διαφύλαξη του πολιτεύματος και της πολιτικής της, να θεσπίζει τους νόμους που θεωρεί ότι εξυπηρετούν καλύτερα τα συμφέροντα της, να έχει δικό της νόμισμα και να παράγει η ίδια τα απαραίτητα αγαθά για τη συντήρηση και υλική ευημερία των πολιτών της. Η προσπάθεια για την εκπλήρωση των τριών αυτών προϋποθέσεων δημιουργεί στους πολίτες της κάθε πόλη έντονο τοπικιστικό πατριωτισμό . Αυτός ο πατριωτισμός στάθηκε το κύριο εμπόδιο για την πολιτική ενοποίηση των Ελλήνων αν και είχαν συνειδητοποιήσει τη φυλετική και πολιτιστική τους ταυτότητα. Η σταθερή όμως επιδίωξη της ικανοποίησης των συμφερόντων της πόλης τους φέρνει αντιμέτωπους μεταξύ τους και μόνο η απειλή εξωτερικού κινδύνου μπορεί να τους ενώσει προσωρινά (π.χ. Πέρσες).
Η πόλη - κράτος αποτελεί μοναδικό πολιτικό φαινόμενο για την παγκόσμια ιστορία. Αν και υπήρχαν πόλεις στην αρχαιότητα, σε καμιά όμως από αυτές δεν αναπτύχθηκε η πολιτική ζωή συνδεδεμένη με τις έννοιες της ελευθερίας , της συμμετοχής , της δικαιοσύνης . Ο πολίτης μέσα στο πλαίσιο της ελληνικής πόλης ανακαλύπτει την προσωπική του ελευθερία, αγωνίζεται για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του και τη συμμετοχή του στις πολιτικές, δικαστικές, θρησκευτικές και αμυντικές λειτουργίες της πόλης. Παράλληλα αναλαμβάνει τις ευθύνες του για τη διαχείριση των κοινών και την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας του τόπου του.
Αν και υπήρχαν πόλεις στην αρχαιότητα, σε καμιά όμως από αυτές δεν αναπτύχθηκε η πολιτική ζωή συνδεδεμένη με τις έννοιες της ελευθερίας , της συμμετοχής , της δικαιοσύνης . Ο πολίτης μέσα στο πλαίσιο της ελληνικής πόλης ανακαλύπτει την προσωπική του ελευθερία, αγωνίζεται για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του και τη συμμετοχή του στις πολιτικές, δικαστικές, θρησκευτικές και αμυντικές λειτουργίες της πόλης. Παράλληλα αναλαμβάνει τις ευθύνες του για τη διαχείριση των κοινών και την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας του τόπου του.

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2014

Ο ανθρωπομορφισμός στη θρησκεια.

Όταν μιλαμε για ανθρωπομορφισμό στη θρησκεία εννοούμε την ταυτιση των θεων με τους ανθρωπους. Πολλες φορες οι ανθρωποι παρουσιάζουν τους Θεους με ανθρωπινα χαρακτηριστικα τοσο εξωτερικα οσο και εσωτερικα(πχ συναισθήματα). Συμφωνα με τον Ηροδοτο, ο Ομηρος και ο Ησιοδος ηταν εκεινοι οι οποίοι 'εδωσαν' στους Θεους ανθρωπινη μορφη. Ο Ομηρος αγνοησε τους αμορφους και ζωόμορφους Θεους,τις τελετουργίες γονιμοτητας,τις οργιαστικες λατρειες και τις φρενιτιωδεις δαιμονοληψιες γι΄αυτο και ονομαστηκε μεταρρυθμιστης. Στους ''αρχαϊκους'' χρονους πολλες φορες οι ανθρωποι παρομοιάζονταν με τους Θεους και μερικες φορες ηταν κα ισοι.
                                          'ΦΑΡΑΩ ΤΟΥΤΑΝΧΑΜΟΝ'


Ο Τουτανχαμόν ήταν ένας Αιγύπτιος φαραω της 18ης δυναστείας (1332πΧ - 1323πΧ) την περίοδο που η Αιγυπτος ήταν γνωστη ως Μεγαλο Βασιλειο. Ειναι υχνη η αναφορα του ως βασιλεια "Τουτ". Στα ιερογλυφικά το ονομα Τουτανχαμον γραφοταν Amen-tut-ankh, λόγω μιας συνήθειας να γράφουν πρώτο το ονομα του Θεού για να δείξουν σεβασμο. Πατέρας του ηταν ο Akhenaten. Ο Τουτανχαμον πήρε το θρονο το 1333πΧ σε ηλικεια 9-10 ετων. Οταν έγινε βασιλειας παντρευτηκε την ετεροθαλή αδελφη του "Ankhesenpaten" με την οποια απεκτησε δυο κορες οπου πέθαναν και οι δυο, η μια στον 5ο-6ο μηνα της εγκυμοσύνης και η αλλη στον 9ο μηνα. Προσφατες ερευνες εδειξαν οτι η μητερα του Τουτανχαμόν δεν ηταν μια απο τις συζηγους του πατερα του αλλα μια απο τις πέντε αδελφες του. Ο λογος του θανατου του Τουτανχαμον δεν ειναι σιγουρος. Κάποιοι πιστευουν οτι ο θνατος του ηταν ατυχημα και λκάποιοι δολοφονία. 

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2014

ΑΝΘΡΩΠΟΜΟΡΦΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΘΕΟΣ

Γενικά με τον όρο ανθρωπομορφισμός νοείται η προσπάθεια του ανθρώπου να αποδώσει σε μη ανθρώπινα όντα, αντικείμενα, φυσικά ή υπερφυσικά φαινόμενα, ανθρώπινες ιδιότητες ή μορφή.                  Ο ανθρωπομορφισμός ήταν ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των Θεών στην αρχαία ελληνική  θρησκεία αλλά και στην μυθολογία.Γενικότερο χαρακτηριστικό των ελληνικών θεοτήτων είναι ακριβώς αυτός ο ανθρωπομορφισμός τους, η τάση δηλαδή να αποδίδονται στους θεούς ανθρώπινα χαρακτηριστικά, τόσο αδυναμίες όσο και αρετές. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι σε όλες τις αναπαραστάσεις των ελληνικών θεοτήτων, αυτές εμφανίζονται με ανθρώπινη μορφή.Ότι ισχύει για την αναπαράσταση της εξωτερικής εμφανίσεως των θεοτήτων, ισχύει και για το χαρακτήρα τους. Οι Ολύμπιοι θεοί αν κι έχουν κι αυτοί πολλές αδυναμίες αν κι αυτοί ζητούν μερικές φορές θυσίες, είναι πραγματικά σε πολύ μεγάλο βαθμό προσιτοί στους ανθρώπους, συχνά κατεβαίνουν ανάμεσα στους θνητούς για να τους βοηθήσουν ή να τιμωρήσουν ή και να συμμετάσχουν στις γιορτές τους. Οι μυθικοί ήρωες έχουν θεούς που τους προστατεύουν αλλά όχι μόνο οι ήρωες ακόμα κι οι απλοί άνθρωποι έχουν «δικούς» τους θεούς.                                                                                                                                    Σε πολλούς  λαούς, όπως οι αρχαίοι Έλληνες, ο ανθρωπομορφισμός υπήρξε βολικότερος στις θεϊκές παραστάσεις ή και σε αυτές τις εκ παρατηρήσεως παραστάσεις του, που τις αναβίβαζε σε θεότητες. Αλλά και η Ιουδαϊκή θρησκεία και η Μουσουλμανική καίτοι απαγορεύουν την απεικόνιση του "Θείου" τουλάχιστον με ανθρωπομορφισμό τον εννοούν (να ομιλεί, να σκέπτεται και να αποφασίζει). Μάλιστα κατά τους πρώτους χρόνους του Χριστιανισμού δημιουργήθηκε και αίρεση των "Ανθρωπομορφιτών" που υποστήριζαν ότι αφού ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο κατ΄ εικόνα και ομοίωση άρα ο Θεός έχει μορφή ανθρώπου.



Ο ΑΝΘΡΩΠΟΜΟΡΦΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΘΡΗΣΚΕΙΑ  

 Από την Παλαιολιθική εποχή η ύπαρξη του θείου εννοήθηκε με δύο διαφορετικούς τρόπους αντίληψης και αποδόθηκε με δύο μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης οι οποίες είτε εναλλάσσονταν είτε συνυπήρχαν, η φετιχιστική και η ανθρωπόμορφη. Τα ανθρωπόμορφα, λεγόμενα «ειδώλια της Αφροδίτης», είναι από τα αρχαιότερα του είδους.
Δεκάδες χιλιάδες χρόνια μετά από τις σπηλαιογραφίες των προϊστορικών, η μαγική ιδέα της μεταφοράς των ιδιοτήτων και της ταύτισης του πρωτοτύπου - ή της ιδέας του πρωτοτύπου- με το είκασμα του, παρέμενε μια ζωντανή και αμετάβλητη πίστη. Όμως μια πολύ σημαντική εξέλιξη προέκυψε στους αιώνες που μεσολάβησαν. Η εξέλιξη αυτή είχε άμεσο αντίκτυπο στην πολιτιστική και διανοητική ωρίμανση του ανθρώπου, που άρχισε να συνειδητοποιεί τον εαυτό του, τραβώντας μια για πάντα τη διαχωριστική γραμμή που τον χώριζε από τον κόσμο των ζώων. Όσο ο άνθρωπος διαχωρίζεται από τον κόσμο των ζώων, συγκρίνοντας τον εαυτό του μαζί τους, αντιλαμβάνεται το τεράστιο κενό που τους χωρίζει.

Έτσι αναζητεί τις αιτίες αυτής της διαφοράς που τις αποδίδει στη γενναιόδωρη εύνοια των θεών. Αν ο άνθρωπος είναι το τελειότερο δημιούργημα των Θεών, πράγμα που αποδεικνύεται από το πνεύμα, τον πολιτισμό και την πρόοδο του, τότε οι Θεοί που τον έπλασαν του μοιάζουν και δε μπορούν να απεικονίζονται με τη μορφή ζώου. Έχουν όλα τα χαρακτηριστικά του και  αποτελούν την πρότυπη ομοίωσή του στην πιο τέλεια μορφή της. Ένα από τα χαρακτηριστικά αυτά είναι και η αθανασία της ψυχής του ανθρώπου, κατά το μέτρο της αθανασίας του δημιουργού της. Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης ήταν η απομάκρυνση από την αρχική ανιμιστική αντίληψη των πρωτόγονων, προς ένα σταδιακό εξανθρωπισμό της θρησκευτικής συνείδησης στην πορεία του προς την αυτοσυνειδησία.

Ο ανθρωπομορφισμός των θεών εξέφρασε στην τέχνη τον εξανθρωπισμό, που είχε επιτευχθεί ήδη σε ένα βαθμό, στην συνείδηση του θρησκευτικού συναισθήματος. Ο ανθρωπομορφισμός σχετίζεται με την αναγνώριση του ιερού στοιχείου στον άνθρωπο. Όλα αυτά σήμαιναν μια ριζική αναθεώρηση του κόσμου και της σχέσης του με αυτόν. Αφορούσε τον νέο τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος άρχισε να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και την θεότητα, με ποιο τρόπο ερμήνευε το θρησκευτικό του συναίσθημα και με ποιές μορφές το εξέφραζε μέσα από τα έργα της τέχνης. Ο ίδιος ο άνθρωπος έγινε έτσι ένα ιδανικό φυσικό πρότυπο άξιο να υμνηθεί από την τέχνη.

Ειδώλιο νεολιθικής εποχής
Στην προϊστορική Ελλάδα κατά το τέρμα της Παλαιολιθικής περιόδου (περί το 12000 π.Χ) και σε όλη την Νεολιθική (μέχρι 3000 π.Χ), αναπαρίσταντο με πήλινα ειδώλια και σπανίως λίθινα, η θεότητα της γονιμότητας, υπό τη μορφή γυναίκας γυμνής, «στεατοπύγου», δηλαδή με πολύ εξογκωμένους τους γλουτούς και τους μαστούς, κάτω από τους οποίους φέρνει τα χέρια, στο σχήμα θηλαζούσης. Συνήθως παριστάνεται όρθια, σπανιότερα καθισμένη, και πιο σπάνια κρατάει παιδί. Ακόμη η θεότητα της γονιμοποίησης, υπό τη μορφή άνδρα ιθυφαλλικού, συνήθως καθισμένου.Σύμφωνα με τον καθ. της αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Απ. Αρβανιτόπουλο:«Εκ τούτων προκύπτει ότι ήδη έκτοτε η ελληνική θρησκεία, από των ριζών της δηλαδή, είνε πολυθεϊστική και ανθρωπόμορφος. Λατρεύεται η θεά Κουροτρόφος και ο Έρως ή Ερμής, ως αναφέρει η σοφή και εις ταύτα αρχαία ελληνική παράδοσις δια του Ηροδότου, λέγοντος ότι οι παλαιότατοι Έλληνες έμαθον παρά των Πελασγών να λατρεύωσι τον ιθυφαλλικόν Ερμήν»
Μινωϊκή θεότητα
Ο ανθρωπομορφισμός της ελληνικής θρησκείας, ήταν αυτός που αντανάκλασε πληρέστερα μέσα από την τέχνη, αυτή τη μετατόπιση από την ανιμιστική βάση της πρωτόγονης θρησκευτικής αντίληψης προς την ανώτερη συνειδησιακά σφαίρα του ανθρωποκεντρισμού. Τα πράγματα, είχαν ήδη αρχίσει να γνωρίζουν μια σημαντική αλλαγή στον ελληνικό χώρο στη Μινωική και Μυκηναϊκή εποχή, ανάμεσα στα 2700-1100 π.Χ. Αντίθετα με την Νεολιθική εποχή, κατά την Μυκηναϊκή περίοδο, η θρησκεία των Ελλήνων αναπτύσσεται ραγδαία και πλουτίζεται σημαντικά με ποικιλία εκδηλώσεων και με παραστάσεις ωραιότερες και πολυμορφότερες. Η παλαιότερη γυναικεία θεότητα εξακολουθεί να επικρατεί και στη Μινωική Κρήτη, όμως τώρα παριστάνεται συνήθως γυμνή κατά το πάνω μέρος και κρατά διάφορα λατρευτικά σύμβολα, ενώ περιστοιχίζεται από ζωοκέφαλους δαίμονες και κρατά κάποτε όφεις ή μυστικές κίστεις. 

Οι αιγυπτιακοί θεοί μόνο σε μια μεταγενέστερη περίοδο, προσέλαβαν μια ανθρώπινη μορφή- ο Όσιρις εμφανίζεται πάντα με ανθρώπινη μορφή- αφού αρχικά ενσαρκώνονταν στις μορφές φυτών και ζώων τοτέμ, σύμφωνα με την προϊστορική ανιμιστική αντίληψη. Έτσι, η αιγυπτιακή αντίληψη παρέμεινε σε εγγύτερη σχέση με το προϊστορικό θρησκευτικό της παρελθόν, συγκρινόμενη με την νεότερή της ελληνική θρησκευτική συνείδηση, που μόλις στη 2η π.Χ χιλιετία, είχε αρχίσει να συγκροτεί τη βάση της μέσα από τις μυθολογικές παραδόσεις που διηγούνταν τη γέννηση του κόσμου και των ανθρωπόμορφων θεών της. 

Παρόλα αυτά οι επιδράσεις της Ανατολής παρέμεναν ισχυρές. Γύρω στα 1500-1200 π.Χ., γίνεται φανερή από τα ευρήματα η επίδραση στην ελληνική θρησκεία των Αιγυπτίων, Ασσυρίων και άλλων λαών με τους οποίους οι Μυκηναίοι είχαν συνεχή επικοινωνία. Τότε, κινδύνευσε η ανθρωπομορφίατων θεοτήτων εξαιτίας των  ζωοκέφαλων θεών, ιδίως των αιγυπτιακών. Όμως παρόλη την φανερή επίδραση των πολιτισμών της ανατολής στην Ελλάδα και ιδιαίτερα εκείνου του αιγυπτιακού πολιτισμού με τον οποίο υπήρχαν στενές εμπορικές σχέσεις, η ωραία ανθρωπόμορφη απεικόνιση των θεών υπερίσχυσε αυτών, ώστε γύρω στα 1200 π.Χ., διαμορφώθηκε τέλεια και οριστικά η ανθρωπόμορφη πολυθεϊστική θρησκεία των υψηλότερων αντιλήψεων, όπως αυτή εμφανίστηκε στα ομηρικά έπη και αργότερα στην ιστορική Ελλάδα.

Οι Έλληνες, αν και πολύ καθυστερημένοι, όταν κατέβηκαν από τις άγριες και σκυθρωπές χώρες του βορρά, ήταν όμως επιδεικτικότατοι πολιτισμού. Διότι λίγο σχετικά χρόνο, μετά από την άφιξή τους στις ελληνικές χώρες, δημιούργησαν τον πολύ αξιόλογο μυκηναϊκό πολιτισμό, ο οποίος έλαβε μεν άπειρα δάνεια από τον υπέροχο κρητικό (μινώον) πολιτισμό, τήρησε όμως απέναντί του και πλήρη ανεξαρτησία σε πολλά σημαντικά σημεία, όπως λ.χ. στην κεραμική. Σύμφωνα με τον Alan Wace, «οι Μυκηναίοι μιμήθηκαν την τέχνη των Μινωϊτών, αλλά δημιούργησαν και τη δική τους αφηρημένη και τεκτονικά οργανωμένη. Οι Μινωϊτες ασπάστηκαν τη φυσιοκρατία, ενώ οι Μυκηναίοι την ευρυθμία, τη συμμετρία και το αγωνιστικό πνεύμα. Παρόλα αυτά τα μινωϊκά εξωτερικά της γνωρίσματα, η μυκηναϊκή θρησκεία είχε έντονο το ανθρωπομορφικό στοιχείο».

Ζευς
Οι Θεοί, που έμελλε να κατοικήσουν στον Όλυμπο, ο Δίας, η Ήρα, ο Ποσειδώνας, ο Ερμής και η Αθηνά (τότε ήταν Θεά του πολέμου αντί του Άρη) ήταν ήδη γνωστοί στη μυκηναϊκή εποχή και λατρεύονταν, ανάμεσα στα 1600-1100 π.Χ, όπως φανερώνει η αποκρυπτογράφηση πινακίδων της γραμμικής γραφής β΄, που βρέθηκαν στην Πύλο και στις οποίες αναφέρονται ονομαστικά. Αυτό επαληθεύει τον ισχυρισμό του Ηροδότου, για το ότι τα ονόματα των θεών ήταν ήδη γνωστά στους Μυκηναίους, προ της εποχής του Ομήρου. Τα ευρήματα που προέρχονται από την Κρήτη, την Πελοπόννησο και την Θεσσαλία, αποδεικνύουν ότι κατά την Μυκηναϊκή περίοδο οι γνωστές διαμορφωμένες θεότητες είχαν ήδη πάρει από τους πιστούς και ιδιαίτερο οίκο, τέμενος, ναϊσκο, όπου λατρεύονταν ειδικά, δεχόμενες από τους πιστούς θυσίες και αφιερώματα ακόμη και πνευματική λατρεία που εκδηλωνόταν με δεήσεις, προσευχές και προσκυνήσεις υψηλότερες των υλικών προσφορών. Έτσι, η ελληνική θρησκεία είχε φτάσει στη πλήρη εντέλεια και διαμόρφωσή της περί το 1300-1100 π.Χ. Είχε μάλιστα τόσο βαθιές ρίζες, ώστε η καταστροφή που ήρθε κατά την ημιβάρβαρη μεσαιωνική περίοδο της λεγόμενης «Γεωμετρικής εποχής» (1100-800 π.Χ.), δε στάθηκε δυνατό να την εξαφανίσει. Έτσι μετά την κάθοδο των Δωριέων, οι θεοί του Ομήρου, αν και υποχώρησαν προς στιγμήν, επανήλθαν στην ψυχή των ανθρώπων της Γεωμετρικής εποχής, ως παλαιοί γνώριμοι.

Οι ανατολικές επιδράσεις αφομοιωμένες μέσα από το φίλτρο των διαφορετικών κοινωνικών και θρησκευτικών συνθηκών και της ψυχοσύνθεσης των ελληνικών φυλών, δε στάθηκε δυνατό να μετατοπίσουν την προσήλωση της ελληνικής θρησκείας και της τέχνης προς τον άνθρωπο. Αυτό διαφοροποίησε ριζικά τις μέχρι τότε κοντινές τέχνες των δύο λαών και τους προσανατολισμούς τους, με συνέπεια τη σταδιακή αλλαγή στο ύφος και στη μορφή της ελληνικής τέχνης. Αυτή η ανθρωπιστική τέχνη πέτυχε να αποκορυφώσει την ανεξάρτητη πορεία της στην κλίμακα της αυτοσυνειδησίας, μερικούς αιώνες αργότερα, μέσα από την τελειότητα  του κλασικού ύφους.

Απόλλων
Η νέα αντίληψη ήταν συνέπεια της πνευματικής προόδου που είχε στο μεταξύ επιτελεστεί. Ο HRead γράφει σχετικά: «Αυτή η φιλοσοφία (των αρχαίων Ελλήνων) ήταν ανθρωπομορφιστική στο είδος. Πρόβαλε όλες τις ανθρώπινες αξίες και δεν έβλεπε στους θεούς τίποτ΄άλλο έξω απ΄τον άνθρωπο. Τόσο η τέχνη όσο και η θρησκεία ήταν μια ιδεαλιστικοποίηση της φύσης, και ιδιαίτερα του ανθρώπου ως του κατ΄εξοχήν σημείου στο προτσές της φύσης». Ο Η. Τain αναφέρει για τον ανθρωπομορφισμό της αρχαίας ελληνικής θρησκείας: «Προχωρώντας ακόμη περισσότερο, θεωρούσαν την τελειότητα του γυμνού σώματος ως ιδιότητα της θεότητας (…) Η Ελλάς, αφού έκαμε το ωραίο ανθρώπινο ζώο πρότυπό της, το έκαμε κατόπιν είδωλό της, δοξάζοντάς το στη γη και θεοποιώντας το στον ουρανό.(…) Έπειτα οι θεοί έχοντας ανθρώπινα σώματα, αρμονικώτερα και τελειότερα των άλλων ανθρώπων, είναι φυσικό να αναπαρίστανται με αγάλματα.(…) Για να του είναι αληθινή εικόνα, αρκεί το άγαλμα να είναι άριστο και ν΄αποδίδει την αθάνατη γαλήνη που μ΄αυτήν ο θεός υψούται πάνω από μας».

Από το 800 π.Χ., η ποίηση και η τέχνη παρείχαν τη μεγαλύτερη συμβολή στην επικράτηση της θρησκείας της πολυθεϊστικής ανθρωπομορφίας, έτσι ώστε οι θεοί έλαβαν την πλήρη εικονική τους διαμόρφωση κατά την εποχή της μεγάλης ακμής της Ελληνικής Ιστορικής Περιόδου, ανάμεσα στα 750 π.Χ-50 μ.Χ.. Στην παραπέρα εξέλιξη και διαμόρφωση της Ελληνικής θρησκείας έπαιξαν ρόλο τόσο οι φιλοσοφικές, όσο και οι ξένες επιδράσεις.